40 ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΜΙΑ ΣΚΑΚΙΣΤΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΔΑ

TΟΥ Σ. ΛΟΒΕΡΔΟΥ



Η 12η Σκακιστική Ολυμπιάδα της Μόσχας (31.8-25.9.1956) ήτανε για μένα ένας σταθμός στη σκακιστική μου ιστορία. Υστερα από 15 χρόνια σκακιστικής δραστηριότητας αγώνων και διοργανώσεων με το Φιλοσκακικό Σύλλογο Αθηνών Φ.Σ.Α. θα είχα την ευκαιρία επιτέλους να συναντήσω από κοντά την αφρόκρεμα του παγκόσμιου σκακιού. Ονόματα-θρύλους που ήξερα μονάχα από τα σκακιστικά βιβλία που διαβάζαμε εκείνη την εποχή, τη μόνη επαφή μας με τον έξω σκακιστικό κόσμο.

Χωρίς την παραμικρή οικονομική ενίσχυση από κρατικούς ή ιδιωτικούς φορείς, καλύπταμε από το υστέρημά μας τις υποχρεώσεις μας προ τη Διεθνή Σκακιστική Ομοσπονδία και τα έξοδα διεξαγωγής των διαφόρων αγώνων και πρωταθλημάτων. Γίνονταν κανονικά τα πρωταθλήματα, αλλά όταν επρόκειτο περί προκρίσεων για μετάβαση στο εξωτερικό, ερευνούσαμε, ασχέτως σειράς, ποιοί είχαν τη δυνατότητα να καλύψουν τα έξοδα μετάβασης και επιστροφής.

Οι τελικοί του πρωταθλήματος 1956 έγιναν στη Στρατιωτική Λέσχη, Ρηγίλλης, με τη μεσολάβηση του αείμνηστου Κώστα Χαρβάτη. Πρωταθλητής Ελλάδας αναδείχθηκε για πρώτη φορά ο εκ Θεσσαλονίκης Τριαντάφυλλος Σιαπέρας, με δεύτερο τον επίσης εκ Θεσσαλονίκης Αλέξανδρο Αγγο, και τρίτο τον γράφοντα. Την εξαμελή ομάδα συμπλήρωναν οι Τάσος Αναστασόπουλος, Φώτης Μαστιχιάδης αρχηγός ομάδας και Κώστας Παυλάτος. Συνοδός ο τότε Πρόεδρος της ΕΣΟ Αριστομένης Μπαλάσκας.

Ξεκινήσαμε Σάββατο μεσημέρι στις 25.08.1956 σιδηροδρομικώς για το Βελιγράδι, τρίτη θέση φυσικά σε ένα κουπέ όλοι μας. Φθάσαμε την άλλη μέρα το μεσημέρι, ύστερα από μία φοβερή νύχτα στο πόδι σχεδόν, σε τέτοια κατάσταση, που θεωρήσαμε απαραίτητο να παραμείνουμε στο Βελιγράδι μία μέρα για ξεκούραση.

Το ότι θα διασκεδάζαμε στο ταξίδι τουλάχιστον, φάνηκε από την πρώτη μέρα με το εξής χαρακτηριστικό: Ο πρωταθλητής Σιαπέρας είχε γεννηθεί και μεγαλώσει στο Βελιγράδι όπου ζούσε τότε η παντρεμένη αδελφή του. Πηγαίνοντας λοιπόν στο εστιατόριο για να φάμε, τον παρακαλέσαμε, μια και δεν ξέραμε τη γλώσσα, να μας παραγγείλει τα φαγητά μας.
Ας αφήσουμε, που παρόλο που το εστιατόριο ήταν άδειο, το γκαρσόνι έκανε ένα τέταρτο να έρθει για να πάρει την παραγγελία μας, όταν ολοκληρώσαμε τη συνενόηση, μας χαιρέτησε ο Σιαπέρας και έφυγε. Τότε ανακαλύψαμε ότι ξεχάσαμε να ζητήσουμε νερό!
Δεν ξέραμε ότι πέραν των συνόρων μας το τρεχούμενο νερό μόνο για πόσιμο δεν χρησιμοποιείται. Υστερα από αλλεπάλληλα πήγαινε-έλα του γκαρσονιού που μας κουβαλούσε μεταλλικά νερά, σόδες κλπ., τον καταφέραμε να μας φέρει ένα ποτήρι του κρασιού χλιαρό νερό.
Κατέστη πάντως αδύνατο να του δώσουμε να καταλάβει ότι το θέλαμε κρύο.

Δευτέρα απόγευμα 27.8 συνεχίσαμε το ταξίδι μας για το συνοριακό σταθμό CHOP Ουγγαρίας-Ρωσίας. Περνώντας από τη Βουδαπέστη μπήκε στο ίδιο τραίνο η εθνική ομάδα της Ουγγαρίας και του Πουέρτο Ρίκο, αλλά αυτοί βέβαια πρώτη θέση και βαγκον-λι.
Με το ζόρι κρατούσαμε το Σιαπέρα να μην πάει να τους συναντήσει για να μη ρεζιλευτούμε... Πλησιάζοντας το CHOP περάσαμε από ένα ποτάμι που χώριζε τα σύνορα, οπότε μπήκαν οι Σοβιετικοί τελωνειακοί, αλλά είχαμε εφοδιασθεί με υπηρεσιακά διαβατήρια του Υπουργείου Εξωτερικών χάρις στη φροντίδα του πρεσβευτή κ. Σέκερη, θείου του φίλου και σκακιστή Δήμου Πέτριτς, και έτσι δεν είχαμε πρόβλημα.
Φθάσαμε στο CHOP στις 5 το απόγευμα, τελείως εξαντλημένοι και πεινασμένοι, όπου μας υποδέχθηκαν αντιπρόσωποι της Σοβιετικής Ομοσπονδίας Σκακιού. Μας έβαλαν να φάμε και μας ανήγγειλαν ότι το τραίνο μας για τη Μόσχα θα έφευγε στις 8 το βράδυ.

Ε! Από δω και πέρα όλα πήγαν καλά. Βαγκον-λι σε κουπέ 4 ατόμων, πρωινό με μαύρο χαβιάρι, ωραιότατα γεύματα, κρασιά από φρούτα και να μας επαναλαμβάνουν ότι μην ξεχνάτε ότι είστε φιλοξενούμενοι της Σοβιετικής Ενωσης. Το ταξίδι κράτησε δυόμιση μέρες μέσα στη στέπα της Ουκρανίας, όπου στον ορίζοντα δεν υπήρχε βουνό ούτε καν λόφος. Λίγα χαρακτηριστικά στιγμιότυπα που θυμάμαι:
Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού ήρθαμε σε επαφή με την Ουγγρική ομάδα, όπου ήταν στην 6η σκακιέρα ο μετέπειτα γκρανμαιτρ Λάγιος Πόρτις. Πολλές παρτίδες μπλιτς παίξαμε μαζί... Στη διαδρομή μας για τη Μόσχα ο Σιαπέρας κατέβηκε σε έναν σταθμό αλλά από παρεξήγηση, ξέροντας και ρωσικά, το σε δέκα λεπτά το πήρε και δέκα, έχασε το τραίνο, με συνέπεια όπως μας εξήγησε στον επόμενο σταθμό που μας πρόλαβε, να ζητήσει τη βοήθεια ενός φορτηγού που τον έφερε με μεγάλη ταχύτητα...

Φθάσαμε στη Μόσχα στις 4 το πρωϊ της Παρασκευής 31.08.1956, όπου μας υποδέχθηκε ένας κοντούλης εκπρόσωπος, παχουλός και με ψαθάκι, λέγοντας: "ΓΚΡΕΤΣΙΑ ΝΤΕΛΕΓΚΑΤΣΙΑ ΓΚΟΣΤΙΝΙΤΣΑ ΕΒΡΟΠΑ, ΠΟΡΤΟ ΡΙΚΟ ΝΤΕΛΕΓΚΑΤΣΙΑ ΓΚΟΣΤΙΝΙΤΣΑ ΜΕΤΡΟΠΟΛ". Τις πρώτες μέρες μείναμε όλοι μαζί σε ένα δωμάτιο-θάλαμο, με ένα ραδιόφωνο που έπαιζε μόνο Μόσχα. Σταματούσε τα μεσάνυχτα και άρχιζε στις 6 το πρωί, παίζοντας τον εθνικό ύμνο. Ξεχνώντας το ραδιόφωνο ανοιχτό - πράγμα που έκανα επίτηδες καμμιά φορά - πεταγόμαστε όλοι στις 6 το πρωί, γιατί ο ύμνος άρχιζε με ένα φοβερό ταμπούρλισμα.

Βγαίνοντας την πρώτη βόλτα μας σε 4 βαθμούς Κελσίου, μας εντυπωσίασε η ησυχία και οι πολλές ουρές που βλέπαμε παντού. Πουλούσαν μήλα στο δρόμο, πολλά μαγαζιά δε ήταν τόσο πολυτελή, που νομίζαμε ότι θα πουλούσαν πολυελαίους, αλλά είχαν τυριά και σαλάμια...
Σε όλα τα είδη είχαν τις τιμές, δεν χωρούσε καμμία συζήτηση. Ανοιγαν στις 10 το πρωί και έκλειναν στις 4 το απόγευμα, και αυτό ώστε οι νοικοκυρές να μαγειρεύουν πρώτα και μετά να ψωνίζουν. Οι πιο πολλοί άντρες δούλευαν στη βαρειά βιομηχανία, είδαμε δε και στις οικοδομές ακόμα να δουλεύουν γυναίκες... Διαπιστώσαμε σπατάλη εργατικών χεριών.
Στην ελληνική πρεσβεία που επισκεφθήκαμε μας είπαν ότι επειδή η πρεσβεία ήταν πάνω στο δρόμο που οδηγεί στην έκθεση προιόντων των 12 σοβιετικών δημοκρατιών, έστειλαν εργάτριες για να βάψουν την πρόσοψη. Δέκα άτομα δούλευαν επί 10 μέρες, ενώ στην Αθήνα ήταν αρκετοί τρεις επί τρεις μέρες!...

Αναφέρω μερικά στιγμιότυπα από τη ζωή της Μόσχας που με εντυπωσίασαν:
Στις 20 μέρες που μείναμε εκεί, μία φορά μόνο μας πλησίασε ζητιάνος. Στο λεωφορείο μία μέρα η εισπρακτόρισα έδειξε αδιαφορία όταν μία επιβάτις δεν είχε να πληρώσει το εισιτήριο...
Εμείς φορώντας το σήμα της Ολυμπιάδας, είχαμε ελευθέρας σε όλα τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Στις ελεύθερες ώρες μας γυρίζαμε τους υπέροχους σταθμούς του μετρό, φορτωμένους με αγάλματα, ζωγραφικούς πίνακες κλπ. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο κεντρικός σταθμός Κομσομόλσκαγια είχε 4 πατώματα... Με προορισμό το στάδιο Λένιν, έξω από τη Μόσχα, πηγαίναμε μία ώρα υπογείως. Το ξενοδοχείο που μέναμε ΓΚΟΣΤΙΝΙΤΣΑ ΕΒΡΟΠΑ ήταν στην NEGLINAYA ULICE, στον ίδιο δρόμο που βρισκόταν η κρατική τράπεζα της Σοβιετικής Ενωσης STATE BANK OF URSS.
Προϊστάμενος του τμήματος εισαγωγών σε ένα κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας, υπέγραφα συχνότατα αλληλογραφία για εισαγωγές από τη Σοβιετική Ενωση στην εν λόγω τράπεζα. Σκέφθηκα ότι ήταν ευκαιρία να πάω να γνωρίσω από κοντά τους συναδέλφους μου. Ξαφνιάστηκα όμως όταν μπαίνοντας μέσα διαπίστωσα ότι κάτι μικρά παραθυράκια χώριζαν τους πελάτες από τους υπαλλήλους, χωρίς τη δυνατότητας να δει κανείς το πρόσωπο του ομιλούντος από μέσα...

Στην επίσκεψή μας στο πανεπιστήμιο της Μόσχας, ένα πελώριο οικοδόμημα 38 πατωμάτων, συναντήσαμε σπουδάζοντα τον σημερινό μεγαλοεπιχειρηματία Σωκράτη Κόκκαλη, ο οποίος και μας επισκέφθηκε την άλλη μέρα στο ξενοδοχείο μας. Φεύγοντας είδαμε μία μεγάλη κατρακύλα που κατέληγε στον ποταμό MOCKBA και ρωτήσαμε το λόγο ύπαρξής της. Μας είπαν ότι μην κοιτάζετε που τώρα έχει νερό, γιατί όλο το χρόνο είναι παγωμένο και γίνονται καταβάσεις για σκι... Δυστυχώς, κατά την παραμονή μας στη Μόσχα έλειπαν στην Ευρώπη και τα μπαλέτα BOLSOI και το τσίρκο της Μόσχας. Είδαμε όμως στο θέατρο BOLSOI μία καταπληκτική όπερα BORIS GODOUNOF διάρκειας 4 ωρών και από το αυτοκρατορικό θεωρείο. Επίσης το τσίρκο της Ανατολικής Γερμανίας.

Και τώρα αξέχαστα στιγμιότυπα από την παραμονή μας στη Μόσχα:
Στην εορταστική υποδοχή των ομάδων μία μέρα πριν την έναρξη, είχαμε τιμητική θέση στην πλατεία του ΘΕΑΤΡΟΥ ΤΟΥ ΣΟΒΙΕΤΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ όπου έγιναν όλοι οι αγώνες. Ετσι βρισκόμαστε ακριβώς πίσω από τη σοβιετική ομάδα ΜΠΟΤΒΙΝΙΚ, ΣΜΥΣΛΟΦ, ΚΕΡΕΣ, ΜΠΡΟΝΣΤΑΙΝ, ΤΑΙΜΑΝΟΦ και ΓΚΕΛΛΕΡ. Εβλεπα από κοντά τα μυθικά πρόσωπα που διάβαζα στα βιβλία. Μας ρώτησαν σε ποια γλώσσα θέλαμε διερμηνέα και ο Μαστιχιάδης, σαν αρχηγός, διάλεξε στα Γερμανικά. Οι γνώσεις του όμως ήταν φτωχές και τις πρώτες μέρες είχαμε χαθεί από τους άλλους, αλλού μας περίμεναν και αλλού πηγαίναμε... Με παράκλησή μου στο Μαστιχιάδη, μας έδωσαν έναν νεαρό που μιλούσε Αγγλικά και ανέλαβα εγώ το σύνδεσμο. Είχε δικό του αυτοκίνητο, μου το δικαιολόγησε το ότι ήξερε και Κινέζικα και πήγαινε κάθε βράδυ στο αεροδρόμιο για τα κινέζικα αεροπλάνα που προσγειώνονταν.
Κάναμε και καλή παρέα μαζί, μου χάρισε ένα δίσκο με τον ύμνο της Σοβιετικής Ενωσης, προσπάθησε μάλιστα να με γράψει στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Περπατήσαμε αρκετά, αλλά προφασίσθηκα κούραση και τα αναβάλαμε για άλλη μέρα. Μία άλλη φορά, τον παρακάλεσα να τηλεφωνήσει για λογαριασμό μου στο Υπουργείο Εμπορείου, για να εξυπηρετήσω κάποιο φίλο μου από την Αθήνα. Τον είδα ξαφνικά να ασπρίζει και να κλείνει το τηλέφωνο!... Μου εξήγησε ότι του είπαν να μην ανακατεύεται άλλη φορά σε τέτοια πράγματα.

Ενα πρωϊνό κατά τη διάρκεια των αγώνων, ο αρχηγός Μαστιχιάδης ξύπνησε κρυωμένος. Ζήτησα από το σύνδεσμό μας να μας στείλει λίγο οινόπνευμα να τον τρίψουμε και σε λίγο είχαμε μία μπουκάλα βότκα... Φύγαμε για τους πρωινούς αγώνες, διακοπές κλπ. αφού τον περιποιηθήκαμε κατά το δυνατόν, και γυρίσαμε το μεσημέρι να δούμε πώς είναι Τον βρήκαμε σε κωματώδη κατάσταση, εξαντλημένο! Τι έγινε ρε Φώτη, τον ρωτήσαμε. Τι ήταν να πείτε πως είμαι άρρωστος, γιατί για να δείξουν το ενδιαφέρον τους, παρέλασε από εδώ κάθε είδους γιατρός. Με ξετάσανε από κορυφής μέχρι τα πόδια, εγώ δεν καταλάβαινα τίποτα από ότι λέγανε, και το μόνο που μπόρεσα να γλυτώσω ήτανε το κλίσμα, λέγοντας τη μόνη λέξη που ήξερα, ΝΙΕΤ.

Στο περιθώριο των αγώνων στο Θέατρο του Σοβιετικού Στρατού όπου γίνονταν όλοι οι αγώνες, σε μία σκηνή με βάθος τουλάχιστον 50 μέτρων, από όπου τα 20 μόνον χρησιμοποιούνταν για τους αγώνες και όπου το εισιτήριο εισόδου για το κοινό ήταν το ίδιο με το Θέατρο ΜΠΟΛΣΟΙ, σε δύο μεγάλες αίθουσες υπερπλήρεις, σοβιετικοί γκρανμαιτρ (KOTOV κ.ά.) έκαναν αναλύσεις και σχολίαζαν τις παρτίδες των παικτών της σοβιετικής ομάδας που παίζονταν την ίδια ώρα στην αίθουσα των αγώνων... Την επόμενη μέρα της αφίξεώς μας, μας έδωσαν 100 ρούβλια στον καθένα για πόκετ-μάνευ, που αντιστοιχούσαν στην επίσημη τιμή σε 25 δολλάρια Αμερικής.

Ο εξ ημών Αγγος, βιαζόταν να αγοράσει δίσκους κλασσικής μουσικής λες και θα φεύγαμε την άλλη μέρα, μας πήρε όλα τα ρούβλια και μας έδωσε 25 δολλάρια του καθενός. Μάθαμε όμως σε λίγες μέρες ότι οι Πορτορικανοί αντήλλαζαν το δολλάριο προς 10 ρούβλια και έτσι ξαφνικά βρεθήκαμε με 250 ρούβλια ο καθένας. Ηταν αρκετά λεφτά και δεν ξέραμε τι να τα κάνουμε, μια και είχαν παντού ελευθέρας, δείχνοντας το σήμα που είχαμε στο πέτο μας για τη Σκακιστική Ολυμπιάδα.

Μόνο για ψώνια πηγαίναμε στο ΓΚΟΥΜ στην Κόκκινη Πλατεία, ένα σούπερ-μάρκετ της εποχής εκείνης. Θυμάμαι τον Πρόεδρό μας Αριστομένη Μπαλάσκα που αγόρασε ποδηλατάκι για το γιό του, παιδάκι τότε, Παναγιώτη Μπαλάσκα.
Και μιά και θυμήθηκα την Κόκκινη Πλατεία, περπατώντας ένα πρωινό από τη μία πλευρά, και έχοντας απέναντι το Μαυσωλείο των Λένιν και Στάλιν, προσπάθησα να τη διασχίσω καθέτως για να γλυτώσω τη πεζοπορία που θα ήταν περίπου 600 μέτρα. Οπότε ακούστηκαν σφυρίγματα από τροχονόμους, που δεν φαίνονταν στο δρόμο γιατί βρίσκονταν ψηλά σε ύψος τριών μέτρων. Ευτυχώς το σήμα στο πέτο με γλύτωσε από τυχόν πρόστιμο.

Στο πρόγραμμα ήταν και μία επίσκεψη όλων των ομάδων στο Μαυσωλείο Λένιν και Στάλιν στην Κόκκινη Πλατεία. Μας έκανε εντύπωση το μήκος της ουράς των πολιτών που περίμεναν να το επισκεφθούν. Περνούσε το χιλιόμετρο αλλά εμείς φυσικά είχαμε προτεραιότητα. Ηταν πραγματικά επιβλητική η επίσκεψη στο μαυσωλείο. Με μικρά βηματάκια μία διαδρομή 25 μέτρων κράτησε δεκαπέντε λεπτά. Ολοζώντανοι και οι δύο στα γυάλινα φέρετρά τους, για το προσκύνημα...

Και τώρα μερικά στιγμιότυπα από τους αγώνες. Λάβαιναν μέρος 34 ομάδες και οι προκριματικοί ήταν δύο όμιλοι των 8 και δύο των 9. Κληρωθήκαμε στον 4ο όμιλο με αντιπάλους το Ιράν, την Ανατολική Γερμανία, Τσεχοσλοβακία, Φιλιππίνες, Κολομβία, Ρουμανία, Ουγγαρία και Βέλγιο. Το διεθνές ντεμπούτο μου ήταν με το Ιράν στην 3η σκακιέρα με αντίπαλο τον NAVABI. Πηγαίνοντας να καθήσω στη θέση μου, βρήκα να έχουν γράψει το όνομά μου στα ελληνικά C. ΛOBEΡΔOC και όμως ήταν ρωσικά! μια και η ρώσικη γλώσσα έχει βάση το ελληνικό αλφάβητο.

Το τρακ μου ήταν συνηθισμένο παίζοντας με τα μαύρα, σε μία Ινδική του Βασιλιά. Εφτασα σε διακοπή με κερδισμένη θέση, αλλά δεν έβρισκα την κρυφή κίνηση που έπρεπε να κάνω και με βοήθησαν με επίκλησή μου οι Μαστιχιάδης και Αναστασόπουλος που βρίσκονταν από πάνω μου, στα ελληνικά που δεν καταλάβαινε ο άλλος.
Κερδίσαμε τελικά την άλλη μέρα 3-1, μια και μόνο ο Σιαπέρας έχασε στην πρώτη σκακιέρα, νίκη που έδωσε την ευκαιρία στον Πρόεδρό μας να πάει το ίδιο βράδυ στο ραδιοφωνικό σταθμό της Μόσχας και στην ελληνική εκπομπή να αναφωνήσει: Επανελήφθη η ιστορία 3.000 ετών Οι Ελληνες κατετρόπωσαν τους Πέρσας!... Τη δεύτερη μέρα είχαμε ρεπό, ενώ την τρίτη αντιμετωπίζαμε την Ανατολική Γερμανία (ΟΥΛΜΑΝ, DITMAN κλπ.). Στην τρίτη σκακιέρα αντιμετώπισα τον DR. HERMANN. Με τα λευκά ξεκίνησα με αγγλική παρτίδα. Σε μισή ώρα που πήγα στη διπλανή αίθουσα, με πλησίασε ο Μαστιχιάδης για να μου πει ότι είμαι ο μόνος που κρατάει ακόμα γιατί οι άλλοι διαλύθηκαν. Η αγγλική παρτίδα που προτιμάω πάντα με ισχυρότερους αντιπάλους κρατάει, αποφεύγοντας τουλάχιστον αιφνίδιο τέλος!
Εχασα βέβαια, αλλά σε 42 κινήσεις. 4-0 το τελικό αποτέλεσμα. Γρήγορα διαπιστώσαμε ότι η διαφορά μας με τις γερές ομάδες ήταν τεράστια.
Χάσαμε 3-1 με την Τσεχοσλοβακία, κερδίσαμε 2,5-1,5 τις Φιλιππίνες (όπου είχαμε και το επεισόδιο του Αγγου με τον CAMPOMANES μετέπειτα πρόεδρο της FIDE), χάσαμε 4-0 με την Κολομβία, 4-0 με τη Ρουμανία, 3,5-0,5 με την Ουγγαρία και 2,5-1,5 με το Βέλγιο. Σύνολο βαθμοί 8 και όγδοοι επί 9 για τον τελευταίο όμιλο των τελικών.

Θυμάμαι τον Τάσο Αναστασόπουλο που εκείνη την εποχή βασίλευε στην Αθήνα και λίγοι τον κέρδιζαν. Είχαμε φάει τόσο ξύλο στη Μόσχα που κάθε βράδυ όταν πηγαίναμε για φαγητό ήταν κατηφής και με τα αφτιά μέχρι το πάτωμα μου έλεγε Σπύρο, να μην ξαναπαίξουμε σκάκι... Αυτός που η ζωή του ήταν ένα σκάκι, και που περπατούσε στο δρόμο με ένα σκάκι της τσέπης στο χέρι του...
Ανόητο επεισόδιο έκανε ο Αγγος με τον CAMPOMANES. Σε χαμένη θέση έκανε το κόλπο του TRIFUNOVIC (όπως λέγεται) δηλαδή έβαλε τη βασίλισσά του, σε πίεση χρόνου, κόντρα στη βασίλισσα του άλλου χωρίς να υποστηρίζεται, ο άλλος δεν το πρόσεξε και έσπρωξε πιονάκι του σε βασίλισσα, ο Αγγος έφαγε τη δικιά του και έγινε ισοπαλία και κερδίσαμε το ματς. Η ανοησία του ήταν που του το είπε και ο άλλος θύμωσε! Από σύμπτωση στα τελικά ξανάπαιξαν μαζί και ο Αγγος έπαιξε όλη την παρτίδα όρθιος!... Κάνανε ισοπαλία αλλά χάσαμε το ματς των τελικών 3-1. Με τις Φιλιππίνες στα προκριματικά ο Αναστασόπουλος έπαιζε στην τέταρτη σκακιέρα με τον CARDOSO, ο οποίος είχε το τικ και σε κάθε κίνηση έκανε σαν να χάβει ανοίγοντας διάπλατα το στόμα του. Βλέποντάς τον, πλησιάζω τον Τάσο και του λέω: Τάσο πρόσεξέ τον γιατί αυτός όχι μόνο θα σε νικήσει αλλά θα σε φάει κιόλας!... Στα προκριματικά επίσης, παίζοντας στη δεύτερη σκακιέρα (ο Αγγος είχε ρεπό καθαρίζοντας τους δίσκους κλασσικής μουσικής που είχε αγοράσει) με την Ουγγαρία είχα να αντιμετωπίσω με τα λευκά τον ΒΕΝΚΟ τότε Ούγγρο και μετέπειτα Αμερικανό. Καθυστέρησε λίγο στην αρχή και εγώ έπαιξα την πρώτη μου κίνηση, τι άλλο Γ2-Γ4. Βλέποντας την κίνησή μου αυτή ο BARCZA που έπαιζε στην πρώτη σκακιέρα με τον Σιαπέρα, μου λέει: "Τι κάνεις, δεν ξέρεις ότι ο αντίπαλός σου έχει γράψει δέκα βιβλία για την αγγλική παρτίδα;". Καταλαβαίνετε με τι ηθικό έπαιξα την παρτίδα.
Εχασα σε 24 κινήσεις.
Επίσης, παίζοντας στην τρίτη σκακιέρα με τη Ρουμανία εναντίον του SOOS (που τελευταία διακρίθηκε στην Ελλάδα στο Ακρόπολις) διακόψαμε την παρτίδα μας, αλλά παρά τις προσπάθειές μου να βρω κάποιον συμπαίκτη μου να με βοηθήσει στην ανάλυση δεν μπόρεσα μελετήσω όσο έπρεπε τη διακοπή και την άλλη μέρα έχασα σε 65 κινήσεις. Φαντάζεστε την έκπληξή μου όταν μου είπε ότι αν στη διακοπή του απαντούσα Αδ2 θα μου πρότεινε ισοπαλία!...

Βλέπετε αυτός και η ομάδα του είχαν αναλύσει την παρτίδα... Θυμάμαι επίσης στα προκριματικά, όταν ο BOTWINIK παίζοντας με τον Βούλγαρο PADEVSKY έκαναν ισοπαλία, πήγαν στη διπλανή αίθουσα για ανάλυση και είπα να πλησιάσω μήπως και μάθω κάτι. Δεν μπόρεσα να καταλάβω τίποτα γιατί η κρίση των θέσεων γινόταν με εναλλαγή 5-6 κινήσεων κάθε φορά, και όχι μία-μία που ξέραμε εμείς.

Στους τελικούς, κληρωθήκαμε στον τελευταίο βέβαια όμιλο, με αντιπάλους τις Φιλιππίνες (1-3), το Σάαρ (1-3), τις Ινδίες (1,5-2,5), το Ιράν (2,5-1,5), τη Σκωτία (1,5-2,5), τη Μογγολία (2-2), την Ιρλανδία (3-1), το Πόρτο Ρίκο (1-3) και το Λουξεμβούργο (3,5-0,5). Τελική κατάταξη 32οι σε 34 ομάδες! Οταν παίζαμε με τη Μογγολία με πλησιάζει ο Μαστιχιάδης και μου λέει: "Σπύρο, δεν μπορώ να παίξω μαζί του. Κοίταξε τη φάτσα του, αν του βάλεις σανίδα στο πρόσωπο εφαρμόζει, δεν εξέχει ούτε μύτη...". Με τη Σκωτία έπαιζα με τα μαύρα με τον THOMSON, κάναμε δύο διακοπές και ύστερα από 13 ώρες παιχνιδιού βγάλαμε ισοπαλία. Δυστυχώς, λόγω ανωτέρας βίας δεν έμεινα μέχρι το τέλος των αγώνων και επέστρεψα στην Αθήνα μόνος, περνώντας από τη Βουδαπέστη λίγες μέρες πριν από την εξέγερση των ουγγαρέζων κόντρα στους σοβιετικούς.

Η επιστροφή μου με τραίνο μέχρι Βουδαπέστη έγινε σε ένα κουπέ με μία αντιπροσωπεία εργατική ουγγαρέζικη, που τραγουδούσε φεύγοντας, MOCKBA STALITSA, MOCKBA MAΓΙΑ (Μόσχα πρωτεύουσα, Μόσχα μου). Μπαίνοντας στο τραίνο στη Βουδαπέστη για το Βελιγράδι, άκουσα στο διπλανό κουπέ να μιλάνε ελληνικά, τους πλησίασα και ενθουσιάστηκαν που έβλεπαν έναν Ελληνα. Φωνάξαμε τους φίλους τους που τους αποχαιρετούσαν και με γεμίσανε δώρα, σοκολάτες, καραμέλλες κλπ. Εμείς είμαστε Κατσαπλιάδες μου είπαν και ζούσανε εκεί μια χαρά. Καλοντυμένοι και καλοζωϊσμένοι...

Παρόλο που πέρασαν τόσα χρόνια από τότε, τα γεγονότα τα έζησα τόσο έντονα, που νομίζω ότι θυμήθηκα αρκετές χαρακτηριστικές και ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες.